navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλυσίδα

αλυσίδα

η, ουσ.

  1. σειρά από μεταλλικούς κρίκους που συνδέονται μεταξύ τους και χρησιμοποιείται για το δέσιμο ή την έλξη αντικειμένων, συνών. καδένα
  2. βασικό εξάρτημα του ποδηλάτου που συνδέει τους μπροστινούς δίσκους με τα γρανάζια της πίσω ρόδας
  3. (μτφ.) σειρά από ομοειδή πράγματα
  4. σύνολο εμπορικών εγκαταστάσεων
  5. εξάρτημα σε αλυσοπρίονα κοπής ξύλων
  6. [πληθ.] τα δεσμά
  7. (φρ.) «αλυσίδα άγκυρας [σιδερένια ή χαλύβδινη] / ασφαλείας / καθαρισμού υδροσυλλέκτη / πηδαλίου / παραγωγής», «ανθρώπινη / πεπτική / τροφική αλυσίδα», «αντιολισθητικές αλυσίδες».

Ετυμολογία

< μτγν. ἁλυσίδ(ιον) < ἁλύσιον, υποκ. του αρχ. ἃλυσις.

Παράγωγα

αλυσιδώνω, αλυσίδι, αλυσιδωτός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλυσίδα», σ. 69. https://navalhistory.gr/lexiko/αλυσιδα/