αλυσίδα
η, ουσ.
- σειρά από μεταλλικούς κρίκους που συνδέονται μεταξύ τους και χρησιμοποιείται για το δέσιμο ή την έλξη αντικειμένων, συνών. καδένα
- βασικό εξάρτημα του ποδηλάτου που συνδέει τους μπροστινούς δίσκους με τα γρανάζια της πίσω ρόδας
- (μτφ.) σειρά από ομοειδή πράγματα
- σύνολο εμπορικών εγκαταστάσεων
- εξάρτημα σε αλυσοπρίονα κοπής ξύλων
- [πληθ.] τα δεσμά
- (φρ.) «αλυσίδα άγκυρας [σιδερένια ή χαλύβδινη] / ασφαλείας / καθαρισμού υδροσυλλέκτη / πηδαλίου / παραγωγής», «ανθρώπινη / πεπτική / τροφική αλυσίδα», «αντιολισθητικές αλυσίδες».
Ετυμολογία
< μτγν. ἁλυσίδ(ιον) < ἁλύσιον, υποκ. του αρχ. ἃλυσις.
Παράγωγα
αλυσιδώνω, αλυσίδι, αλυσιδωτός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλυσίδα», σ. 69. https://navalhistory.gr/lexiko/αλυσιδα/