αλατόνερο
το, ουσ.
νερό στο οποίο έχει διαλυθεί αλάτι.
Ετυμολογία
< αλάτ(ι) -ο- + νερό.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλατόνερο», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλατονερο/
Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλατόνερο
το, ουσ.
νερό στο οποίο έχει διαλυθεί αλάτι.
< αλάτ(ι) -ο- + νερό.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλατόνερο», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλατονερο/