ακριβής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που διακρίνεται για την ακρίβειά του, αυτός που εκτελείται ή συντελείται με αρτιότητα και με κάθε λεπτομέρεια, ο σωστός, ο αλάνθαστος
- ο αλάθητος, ο τακτικός, ο συνεπής
- (αρχ.) α) περιοδικός, κανονικός, β) αυστηρός, αδέκαστος, γ) φειδωλός, οικονόμος, δ) μετρημένος, λιτός.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκριβής < ἄκρος + το ρ. εἴβω (παράλληλος τ. του ρ. λείβω) [= στάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακριβής», σ. 58. https://navalhistory.gr/lexiko/ακριβησ/