ακαλμάριστος
-η, -ο, επίθ.
αγαλήνευτος, ταραχώδης, ακαταλάγιαστος.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + καλμάρω.
Επιρρήματα
ακαλμάριστα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακαλμάριστος», σ. 55. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαλμαριστοσ/