αιχμή
η, ουσ.
- είδος μυτερού πρωτόγονου εργαλείου
- ακίδα, μύτη
- (μτφ.) λόγος ή φράση που εμπεριέχει κατηγορία, μομφή
- (φρ.) «αιχμή του δόρατος», σπουδαίος στρατιωτικός ή πολιτικός σχεδιασμός, «ώρες αιχμής», ώρες κορύφωσης της κυκλοφορίας, «τεχνολογία αιχμής», η τεχνολογία που αξιοποιεί τα σύγχρονα επιστημονικά επιτεύγματα.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰχμή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιχμή», σ. 54. https://navalhistory.gr/lexiko/αιχμη/