navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιχμηρός

αιχμηρός

-η, -ο, επίθ.

  1. μυτερός
  2. αυτός που προκαλεί ενόχληση με την κριτική του, συνών. καυστικός, δηκτικός.

Ετυμολογία

< αρχ. αἰχμή.

Παράγωγα

αιχμηρότητα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιχμηρός», σ. 54. https://navalhistory.gr/lexiko/αιχμηροσ/