αιχμάλωτος
-η, -ο, επίθ.
- (ως ουσ.) άτομο που παραδίνεται ή συλλαμβάνεται από τον εχθρό
- αυτός/-ή/-ό που γίνεται έρμαιο στα χέρια κάποιου, συνών. δέσμιος, υποχείριος, δούλος.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰχμάλωτος < αἰχμή + αλωτός < ἁλίσκομαι [= συλλαμβάνομαι, πιάνομαι, κυριεύομαι], το πρόσωπο εκείνο δηλ. που συλλαμβάνεται κάτω από την απειλή του δόρατος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιχμάλωτος», σ. 54. https://navalhistory.gr/lexiko/αιχμαλωτοσ/