αθωράκιστος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν προστατεύεται από μεταλλικό θώρακα
- (μτφ.) αυτός που δεν παίρνει προστατευτικά μέτρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀθωράκιστος < α- [στερητ.] + θωρακίζω.
Επιρρήματα
αθωράκιστα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθωράκιστος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθωρακιστοσ/