navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αθωράκιστος

αθωράκιστος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν προστατεύεται από μεταλλικό θώρακα
  2. (μτφ.) αυτός που δεν παίρνει προστατευτικά μέτρα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀθωράκιστος < α- [στερητ.] + θωρακίζω.

Επιρρήματα

αθωράκιστα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθωράκιστος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθωρακιστοσ/