αθώρητος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν διακρίνεται τη νύχτα, αθέατος
- αυτός που είναι κρυφός, μυστικός, ο ατημέλητος, ο αφρόντιστός.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + [μσν.] θωράω και θωρῶ και θαρῶ [= βλέπω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθώρητος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθωρητοσ/