αθώος
-α, -ο, επίθ.
- (νομ.) αυτός που απαλλάχθηκε με δικαστική απόφαση από την κατηγορία
- αυτός που δεν ευθύνεται για κάτι αρνητικό
- αυτός που δεν είναι ικανός για να προκαλέσει κάποια βλάβη
- ο αγαθός, ο απονήρευτος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀθῶος < ἀ- [στερητ.] + [αρχ.] θωή [= ποινή, τιμωρία].
Επιρρήματα
αθώα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθώος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθωοσ/