άθλημα
το, ουσ.
- αγώνισμα, σπορ
- αυτό για το οποίο αγωνίζεται κάποιος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀθλῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άθλημα», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθλημα/
Λεξικό της Θάλασσας › Α › άθλημα
το, ουσ.
< αρχ. ἀθλῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άθλημα», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθλημα/