αερόθερμο
το, ουσ.
(τεχνολ.)
- ηλεκτρική συσκευή θέρμανσης που διοχετεύει στην ατμόσφαιρα του δωματίου ζεστό αέρα
- κλίβανος.
Ετυμολογία
< αέρ(ας) + -ο- + θερμό(ς).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αερόθερμο», σ. 45. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροθερμο/