navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αερόθερμο

αερόθερμο

το, ουσ.

(τεχνολ.)

  1. ηλεκτρική συσκευή θέρμανσης που διοχετεύει στην ατμόσφαιρα του δωματίου ζεστό αέρα
  2. κλίβανος.

Ετυμολογία

< αέρ(ας) + -ο- + θερμό(ς).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αερόθερμο», σ. 45. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροθερμο/