άγημα
το, ουσ.
- (στρατ.) α) μικρή επίλεκτη ομάδα πολεμικού πλοίου που έχει αναλάβει ειδικά καθήκοντα με σκοπό την πυρόσβεση ή τη ναυαγόσωση ή την απόβαση στην ξηρά ή την έπαρση – υποστολή της σημαίας κ.λπ. β) επίλεκτη ομάδα άλλου σώματος με ειδικά καθήκοντα, π.χ.: παρέλαση, απόδοση τιμών κ.λπ. γ) (γενικ.) κάθε μικρή στρατιωτική ομάδα
- (αρχ.) α) η στρατιωτική μονάδα μίας μόρας [= δηλ. μοίρας - ένα από τα έξι στρατιωτικά τάγματα στη Σπάρτη], β) μονάδα ιππικού της μακεδονικής φρουράς που απαρτιζόταν αποκλειστικά από Έλληνες με δυναμικότητα 1.000 ανδρών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἡγοῦμαι [= είμαι αρχηγός], με επίδραση της λ. ἄγω [= οδηγώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άγημα», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγημα/