αερ(ι)οστρόβιλος
ο, ουσ.
(τεχνολ.) στρόβιλος ή μοτέρ ή κινητήρας εσωτερικής καύσης που μετατρέπει σε κίνηση τη δύναμη του αέρα ή κάποιων άλλων αερίων, (φρ.) «αεριοστρόβιλος ακτινικής ροής», «αεριοστρόβιλος αξονικής ροής».
Ετυμολογία
< αέριο + στρόβιλος, μτφρδ. από την αγγλ. gas-turbine.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αερ(ι)οστρόβιλος», σ. 45. https://navalhistory.gr/lexiko/αεριοστροβιλοσ/