αεριοποίηση
η, ουσ.
μετατροπή στερεών ή υγρών καυσίμων [λιθάνθρακες, τύρφη, μαζούτ, κωκ, ξυλεία κ.ά.] σε βιομηχανικά αέρια καύσης που πραγματοποιείται σε αεριογόνες μηχανές, συνών. εξαερίωση, (φρ.) «αεριοποίηση βιομάζας».
Ετυμολογία
< αέριο + ποίηση < αρχ. ποιέω, ποιῶ [= κατασκευάζω, παράγω, δημιουργώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεριοποίηση», σ. 45. https://navalhistory.gr/lexiko/αεριοποιηση/