αεικίνητος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν σταματά να κινείται, αντών. ακίνητος
- (μτφ.) ο δραστήριος άνθρωπος, ο ακούραστος, αντών. νωχελής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀεικίνητος.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεικίνητος», σ. 44. https://navalhistory.gr/lexiko/αεικινητοσ/