αδρανής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που μένει ακίνητος
- ο αναποφάσιστος
- ο ακαμάτης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀδρανής.
Επιρρήματα
αδράνεια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδρανής», σ. 43. https://navalhistory.gr/lexiko/αδρανησ/