navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγιάζι

αγιάζι

το, ουσ. [χωρίς γεν. εν. και πληθ.]

(μετεωρ.)

  1. το διαπεραστικό κρύο που συνοδεύεται από υγρασία κατά τη διάρκεια της ξάστερης χειμωνιάτικης νύχτας ή του πρωινού
  2. σχηματισμός υγρασίας που εμφανίζεται με τη μορφή δροσοσταλίδων κατά τη διάρκεια, συνήθως, του πρωινού, συνών. πάχνη, δροσόπαγος, δροσοσταλίδες.

Ετυμολογία

< τουρκ. ayaz. Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα / Στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου / Που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγιάζι», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγιαζι/