αγιάζι
το, ουσ. [χωρίς γεν. εν. και πληθ.]
(μετεωρ.)
- το διαπεραστικό κρύο που συνοδεύεται από υγρασία κατά τη διάρκεια της ξάστερης χειμωνιάτικης νύχτας ή του πρωινού
- σχηματισμός υγρασίας που εμφανίζεται με τη μορφή δροσοσταλίδων κατά τη διάρκεια, συνήθως, του πρωινού, συνών. πάχνη, δροσόπαγος, δροσοσταλίδες.
Ετυμολογία
< τουρκ. ayaz. Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα / Στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου / Που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγιάζι», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγιαζι/