navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ω › ωθώ

ωθώ

ρ. [μετβ.]

  1. ασκώ πίεση, σπρώχνω κάτι, αντών. τραβώ, έλκω
  2. (μτφ.) παρακινώ κάποιον για να πράξει κάτι.

Ετυμολογία

< αρχ. ὠθῶ.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωθώ», σ. 931. https://navalhistory.gr/lexiko/ωθω/