ωθώ
ρ. [μετβ.]
- ασκώ πίεση, σπρώχνω κάτι, αντών. τραβώ, έλκω
- (μτφ.) παρακινώ κάποιον για να πράξει κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. ὠθῶ.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωθώ», σ. 931. https://navalhistory.gr/lexiko/ωθω/