χωροβάτης
ο, ουσ.

(τοπογρ.) γεωδαιτικό όργανο που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση υψομετρικών σημείων, συνών. αεροστάθμη, (φρ.) «χωροβάτης οπτικός / αυτορυθμιζόμενος / υδροστατικός».
Ετυμολογία
μτγν. χωροβάτης < χώρος + -βάτης < βαίνω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χωροβάτης», σ. 925. https://navalhistory.gr/lexiko/χωροβατησ/