χώρισμα
το, ουσ.
παραβάν, κατασκευή που διαχωρίζει κάποιο χώρο σε άλλους μικρότερους, (φρ.) «χώρισμα δεξαμενής / διπύθμενων / γέφυρας / επιστέγου / προστεγου».
Ετυμολογία
< μτγν. χώρισμα [= χωριστός χώρος] + -μα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χώρισμα», σ. 925. https://navalhistory.gr/lexiko/χωρισμα/