χρεοκοπώ
ρ. [αμετβ.] [παλαιότερη γραφή: χρεωκοπώ]
- (οικον.) πτωχεύω, αδυνατώ να πληρώσω τις οφειλές μου
- (μτφ.) αποτυγχάνω σε ότι έχω δρομολογήσει.
Ετυμολογία
< χρέ(ος) -ο- + κόπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χρεοκοπώ», σ. 920. https://navalhistory.gr/lexiko/χρεοκοπω/