navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χρεοκοπώ

χρεοκοπώ

ρ. [αμετβ.] [παλαιότερη γραφή: χρεωκοπώ]

  1. (οικον.) πτωχεύω, αδυνατώ να πληρώσω τις οφειλές μου
  2. (μτφ.) αποτυγχάνω σε ότι έχω δρομολογήσει.

Ετυμολογία

< χρέ(ος) -ο- + κόπτω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χρεοκοπώ», σ. 920. https://navalhistory.gr/lexiko/χρεοκοπω/