φως
το, ουσ.
- (ιατρ.) α) το ερέθισμα [η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία] που διεγείρει το οπτικό νεύρο και κάνει ορατά τα αντικείμενα, (φρ.) «φυσικό / τεχνητό / άπλετο / σκληρό / λευκό / διάχυτο / απαλό / μαλακό / αμυδρό / ορατό / εκτυφλωτικό / τεφρώδες / σύνθετο / ηλιακό / ηλεκτρικό / ανιχνευτικό / μεταβλητό / σταθερό φως», β) (κατ’ επέκτ.) η όραση
- ο κάθε είδους φωτισμός, (φρ.) «ανάκλαση / διάχυση / διάθλαση / απορρόφηση / σκέδαση / ταχύτητα / ανάλυση / ανασύνθεση / ανταύγεια / ένταση του φωτός»,
- [πληθ.] τα φώτα: α) ο λαμπτήρας, η λάμπα, β) (μτφ.) η γνώση, η σοφία, (έκφρ.) «δίνω τα φώτα μου», δηλ. μοιράζομαι τις γνώσεις μου σχετικά με κάτι, γ) οι σηματοδότες των δρόμων, δ) [ως κύρ. όν.] η εορτή των Θεοφανίων.
Ετυμολογία
< αρχ. φῶς.
Σύνθετα
φώσφορος, [ως πρώτο συνθετικό φωτο-] φωταγωγός, φωταγώγηση, φωταέριο, φωταύγεια, φωταψία, φωτοαντίγραφο, φωτοβόλος, φωτογένεια, φωτογόνος, φωτογραμμετρία, φωτορύπανση, φωτογραφία, [ως δεύτερο συνθετικό] αεριόφως, ημίφως, λυκόφως, σεληνόφως, γαιόφως, σκιόφως.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φως», σ. 903. https://navalhistory.gr/lexiko/φωσ/