φωσφοριζέ
το, άκλ. επιθ.
αυτός που λάμπει στο σκοτάδι.
Ετυμολογία
< γαλλ. phosphorisé < phosphore < αρχ. φωσφόρος < αρχ. φῶς + - φόρος < φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωσφοριζέ», σ. 903. https://navalhistory.gr/lexiko/φωσφοριζε/