φωρατής
ο, ουσ.
- αυτός που συλλαμβάνει έναν κλέφτη επ’ αυτοφώρω
- αυτός που ανακαλύπτει κρυμμένα αντικείμενα
- (ραδιοτεχνολογία) συσκευή ασυρμάτου, για ανίχνευση ραδιοηλεκτρικών ταλαντώσεων ή κυμάτων, χρήσιμη στους ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς και τηλεπικοινωνιακούς δέκτες, επίσης και σε διάφορα όργανα μετρήσεως πληροφοριακών ταλαντώσεων, (φρ.) «γραμμικός / τετραγωνικός φωρατής», «φωρατής διαρροής / πυρκαγιάς / ρεύματος ανόδου / μαγνητικός / πυρηνικής ακτινοβολίας».
Ετυμολογία
< φωρῶ / -ῶμαι [= συλλαμβάνομαι να κλέβω ή να κάνω κάποιο παράπτωμα] < φώρ, ὁ, γεν. φωρός, [= κλέφτης, (φρ.) «φωρῶν λιμήν», λιμάνι κοντά στην Αθήνα, που χρησιμοποιούνταν από λαθρεμπόρους].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωρατής», σ. 902. https://navalhistory.gr/lexiko/φωρατησ/