φωναγωγός
ο, ουσ.
μεταλλικός ή πλαστικός σωλήνας με ενσωματωμένο επιστόμιο και σφυρίχτρα κλήσεως, με το οποίο μεταδίδονταν παλαιότερα οι εντολές του κυβερνήτη προς όλους τους χώρους του σκάφους.
Ετυμολογία
< φων(ή) + αγωγός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωναγωγός», σ. 902. https://navalhistory.gr/lexiko/φωναγωγοσ/