φύλλο
το, ουσ.
- (φυτολ.) λεπτό, μεμβρανώδες, συνήθως, πράσινου χρώματος μέρος του φυτού, που εκφύεται στον βλαστό ή στα κλαδιά του δέντρου με σκοπό να συμβάλει στη λειτουργία της αναπνοής, της διαπνοής και της φωτοσύνθεσης του φυτού
- λεπτή επιφάνεια ζύμης χρήσιμη στην παρασκευή πίττας ή γλυκίσματος
- τραπουλόχαρτο
- στρατιωτικό ή ναυτικό έγγραφο, (φρ.) «φύλλο πορείας»,
- τμήμα πορτοπαράθυρου ή επίπλου, που ανοιγοκλείνει
- λεπτή μεταλλική επιφάνεια, (φρ.) «φύλλο χρυσού / αργύρου / χαλκού κ.λπ.»,
- η εφημερίδα της ημέρας
- τυποποιημένο κομμάτι χαρτιού που χρησιμοποιείται για γραφή
- (φρ.) «υπολογιστικό / λογιστικό φύλλο».
Ετυμολογία
< αρχ. φύλλο.
Σύνθετα
φυλλομετρώ, φυλλοροώ, φυλλοξήρα, φυλλομαδώ, φυλλολογώ, φυλλοσκεπής, φυλλοτόμος, φυλλομετρητής, φυλλοφάγος, φυλλουριά, φυλλοφόρος, φυλλοταξία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φύλλο», σ. 900. https://navalhistory.gr/lexiko/φυλλο/