navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φύλλο

φύλλο

το, ουσ.

  1. (φυτολ.) λεπτό, μεμβρανώδες, συνήθως, πράσινου χρώματος μέρος του φυτού, που εκφύεται στον βλαστό ή στα κλαδιά του δέντρου με σκοπό να συμβάλει στη λειτουργία της αναπνοής, της διαπνοής και της φωτοσύνθεσης του φυτού
  2. λεπτή επιφάνεια ζύμης χρήσιμη στην παρασκευή πίττας ή γλυκίσματος
  3. τραπουλόχαρτο
  4. στρατιωτικό ή ναυτικό έγγραφο, (φρ.) «φύλλο πορείας»,
  5. τμήμα πορτοπαράθυρου ή επίπλου, που ανοιγοκλείνει
  6. λεπτή μεταλλική επιφάνεια, (φρ.) «φύλλο χρυσού / αργύρου / χαλκού κ.λπ.»,
  7. η εφημερίδα της ημέρας
  8. τυποποιημένο κομμάτι χαρτιού που χρησιμοποιείται για γραφή
  9. (φρ.) «υπολογιστικό / λογιστικό φύλλο».

Ετυμολογία

< αρχ. φύλλο.

Σύνθετα

φυλλομετρώ, φυλλοροώ, φυλλοξήρα, φυλλομαδώ, φυλλολογώ, φυλλοσκεπής, φυλλοτόμος, φυλλομετρητής, φυλλοφάγος, φυλλουριά, φυλλοφόρος, φυλλοταξία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φύλλο», σ. 900. https://navalhistory.gr/lexiko/φυλλο/