navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φρέαρ

φρέαρ

το, ουσ. [γεν. του φρέατος]

  1. α) το πηγάδι, β) χαβούζα, δεξαμενή, στέρνα, γ) σκεύος για λάδι, σε Αριστοφ.
  2. (γεωγρ.) «Φρέαρ των Οινουσσών», υποθαλάσσια τάφρος στο Ιόνιο Πέλαγος, νοτιοδυτικά της Πύλου, που αποτελεί το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου με μέγιστο βάθος 5.109 μ.

Ετυμολογία

< αρχ. φρέαρ [= 1. πηγή νερού, σε Όμηρ. 2. δεξαμενή, στέρνα, πηγάδι, σε Ηρόδ. και Θουκ. 3. σκεύος για λάδι, σε Αριστοφ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρέαρ», σ. 897. https://navalhistory.gr/lexiko/φρεαρ/