navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φράσσω

φράσσω

ρ. [μετβ.]

φράζω.

Ετυμολογία

< αρχ. φράσσω, [Αττική διάλεκτος φράττω] [= 1. περικλείω, ιδίως για προστασία ή οχύρωση, προστατεύω, ενισχύω, 2. (μτφ.) δεσμεύω, σταματώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φράσσω», σ. 897. https://navalhistory.gr/lexiko/φρασσω/