navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φις

φις

το, άκλ. ουσ.

(τεχνολ.) εξάρτημα που διαθέτει μεταλλικούς πόλους και επιτρέπει την σύνδεση της φωτεινής πηγής με το σημείο παροχής του ρεύματος, συνών. ρευματολήπτης.

Ετυμολογία

< γαλλ. fiche < ficher [= μπήγω] < λατιν. figere [= σφίγγω, στερεώνω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φις», σ. 890. https://navalhistory.gr/lexiko/φισ/