navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φιάλη

φιάλη

η, ουσ.

  1. το μπουκάλι, η μποτίλια, δοχείο μεταλλικό ή πήλινο ή, συνήθως, γυάλινο, μακρουλό και στρογγυλό, με στενό λαιμό
  2. (θρησκ.) κρήνη με λεκάνη που βρισκόταν στον νάρθηκα ή μπροστά στον παλαιοχριστιανικό ναό ή στον αύλειο χώρο του μοναστηριού και χρησίμευε για το πλύσιμο των χεριών όσων έμπαιναν στο ναό.

Ετυμολογία

< αρχ. φιάλη [= πλατύ αγγείο χρήσιμο για βράσιμο υγρών ή ως τεφροδόχη].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φιάλη», σ. 889. https://navalhistory.gr/lexiko/φιαλη/