υψώνω
ρ. [μετβ.]
- μετακινώ κάτι σε θέση ψηλότερη από αυτή στην οποία βρίσκεται, ανεβάζω, (φρ.) «υψώνω ιστίο / κεραία / σημαία»,
- σηκώνω κάποιο από τα άκρα του σώματός μου προς τα επάνω
- (μτφ.) αυξάνω την ένταση του ήχου, της φωνής, της διαμαρτυρίας.
Ετυμολογία
< μτγν. ὑψ(ῶ) < αρχ. ὑψόω [= σηκώνω ψηλά, εγείρω] + -ώνω.
Παράγωγα
ύψωση. 4 Απριλίου 1942: Το υποβρύχιο ΓΛΑΥΚΟΣ βυθίζεται κατά τη διάρκεια γερμανικής αεροπορικής επίθεσης στο λιμάνι της Βαλέτας στη Μάλτα. Φ
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υψώνω», σσ. 881-882. https://navalhistory.gr/lexiko/υψωνω/