navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › ύψος

ύψος

το, ουσ.

  1. η διάσταση ενός πράγματος από τη βάση του έως την κορυφή του
  2. (πληθ.) τα ύψη, τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας
  3. η νοητή κατακόρυφη γραμμή που ενώνει το επίπεδο της επιφάνειας της θάλασσας με το νοητό οριζόντιο επίπεδο που διέρχεται από την κορυφή της εδαφικής επιφάνειας που εξετάζεται, (φρ.) «ύψος τριγώνου», η κάθετος που φέρεται από την κορυφή του τριγώνου στην απέναντι πλευρά, «ύψος συχνότητας / αστέρα / ήχου / κύματος» κ.ά.

Ετυμολογία

< αρχ. ὕψος.

Σύνθετα

υψομετρία, υψομετρικός, υψόμετρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύψος», σ. 881. https://navalhistory.gr/lexiko/υψοσ/