ύψος
το, ουσ.
- η διάσταση ενός πράγματος από τη βάση του έως την κορυφή του
- (πληθ.) τα ύψη, τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας
- η νοητή κατακόρυφη γραμμή που ενώνει το επίπεδο της επιφάνειας της θάλασσας με το νοητό οριζόντιο επίπεδο που διέρχεται από την κορυφή της εδαφικής επιφάνειας που εξετάζεται, (φρ.) «ύψος τριγώνου», η κάθετος που φέρεται από την κορυφή του τριγώνου στην απέναντι πλευρά, «ύψος συχνότητας / αστέρα / ήχου / κύματος» κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. ὕψος.
Σύνθετα
υψομετρία, υψομετρικός, υψόμετρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύψος», σ. 881. https://navalhistory.gr/lexiko/υψοσ/