υφιστάμενος
ο, υφισταμένη, η, [μτχ. Ενεστ. του αρχ. ρ. ὑφίσταμαι, ως ουσ.]
κατώτερος ιεραρχικά υπάλληλος σε σχέση με κάποιον άλλο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υφιστάμενος», σ. 880. https://navalhistory.gr/lexiko/υφισταμενοσ/