υφήλιος
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
α) ολόκληρος ο πλανήτης, β) ο κόσμος όλος, η οικουμένη.
Ετυμολογία
< μτγν. επίθ. ὑφήλιος < ὑπό (υφ-) + ἥλιος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υφήλιος», σ. 880. https://navalhistory.gr/lexiko/υφηλιοσ/