υγρός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση, συνών. νερουλός
- μουσκεμένος, βρεγμένος
- αυτός που είναι υγρασιασμένος, (φρ.) «υγρό στοιχείο», «υγρός τάφος», η θάλασσα ή γενικότερα τα νερά, «αμνιακό ή ενάμνιο υγρό», το υγρό που περιέχεται στη μήτρα κατά τη διάρκεια της κύησης, «υγρός στίβος», για τα αγωνίσματα εκείνα που πραγματοποιούνται σε πισίνα.
Ετυμολογία
< αρχ. ὑγρός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υγρός», σ. 860. https://navalhistory.gr/lexiko/υγροσ/