navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υγροποιώ

υγροποιώ

ρ. [μετβ.]

μετατρέπω ένα στερεό ή αέριο σώμα σε υγρό.

Ετυμολογία

< μτγν. ὑγροποιῶ [= νοτίζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υγροποιώ», σ. 859. https://navalhistory.gr/lexiko/υγροποιω/