navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τριχιά

τριχιά

η, ουσ.

  1. σκοινί φτιαγμένο από τρίχες
  2. (συνεκδ.) είδος σχοινιού κατασκευασμένο από λεπτές ίνες διαφόρων υλών, (εκφρ.) «κάνω την τρίχα τριχιά», μεγαλοποιώ υπέρμετρα διάφορες καταστάσεις
  3. τρίχινο κόσκινο των μεταλλουργών, τρίχες, κρησάρα.

Ετυμολογία

<τρίχα + -ιά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριχιά», σ. 847. https://navalhistory.gr/lexiko/τριχια/