τριχιά
η, ουσ.
- σκοινί φτιαγμένο από τρίχες
- (συνεκδ.) είδος σχοινιού κατασκευασμένο από λεπτές ίνες διαφόρων υλών, (εκφρ.) «κάνω την τρίχα τριχιά», μεγαλοποιώ υπέρμετρα διάφορες καταστάσεις
- τρίχινο κόσκινο των μεταλλουργών, τρίχες, κρησάρα.
Ετυμολογία
<τρίχα + -ιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριχιά», σ. 847. https://navalhistory.gr/lexiko/τριχια/