navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τριφασικός

τριφασικός

-ή, -ό, επίθ.

(ηλεκτρ.) αυτός που αποτελείται από τρία μονοφασικά εναλλασσόμενα ρεύματα που έχουν την ίδια συχνότητα με κατάλληλη φασική απόκλιση μεταξύ τους, α) «τριφασικό ρεύμα», β) «τριφασική γεννήτρια», γεννήτρια που παράγει τριφασικό ρεύμα, γ) «τριφασικός κινητήρας», «τριφασική συσκευή», κινητήρας ή συσκευή που λειτουργεί με τριφασικό ρεύμα, δ) «τριφασικό καλώδιο», καλώδιο που αποτελείται από τρεις μονωμένους χάλκινους αγωγούς διελεύσεως ρεύματος, ε) «τριφασικός ανορθωτής / μετατροπέας», στ) [ως ουσ.] το τριφασικό, το τριφασικό ρεύμα.

Ετυμολογία

< τρι- (< τρία) + φάσ(ις) -ικός, μτφρδ. από την αγγλ. three-phase.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριφασικός», σσ. 846-847. https://navalhistory.gr/lexiko/τριφασικοσ/