navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τορνευτής

τορνευτής

ο, ουσ.

(επάγγ.) ο τορναδόρος [δες λ.].

Ετυμολογία

< τορνεύω + -της.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τορνευτής», σ. 836. https://navalhistory.gr/lexiko/τορνευτησ/