τόρνευση
η, και τόρνεμα και τορνάρισμα, το, ουσ.
επεξεργασία ξύλου ή μετάλλου ή πλαστικού με τόρνο, (φρ.) «κυκλική / εξωτερική / εσωτερική / επίπεδη / έκκεντρη / εγκάρσια / κατά μήκος τόρνευση», «τόρνευση αντιγραφής / προφίλ».
Ετυμολογία
< μτγν. τόρνευσις < αρχ. τορνεύω < τόρνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόρνευση», σ. 836. https://navalhistory.gr/lexiko/τορνευση/