τηλεφωνικός
-ή, -ό, επίθ.
- από το 1895
- αυτός που αναφέρεται στο τηλέφωνο ή σχετίζεται με την τηλεφωνία
- αυτός που γίνεται με τη χρήση της συσκευής του τηλεφώνου.
Ετυμολογία
< γαλλ. téléphonique < τηλέφωνο [δες λ.] + -ique [= -ικός], η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην αθηναϊκή εφημερίδα Εστία.
Επιρρήματα
τηλεφωνικά και τηλεφωνικώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τηλεφωνικός», σ. 831. https://navalhistory.gr/lexiko/τηλεφωνικοσ/