τηλεφωνία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- το σύνολο των τηλεφωνικών εγκαταστάσεων σε μια περιοχή, (φρ.) «αναλογική / ψηφιακή / κινητή / σταθερή τηλεφωνία»,
- κλάδος της ηλεκτροτεχνίας που καταπιάνεται με τις συσκευές των τηλεφώνων
- η επικοινωνία με το τηλέφωνο.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. téléphonie < telephon(e) [= τηλέφων(ον)] + - ie [= -ία].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τηλεφωνία», σ. 831. https://navalhistory.gr/lexiko/τηλεφωνια/