navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τζαβέτ(τ)α

τζαβέτ(τ)α

η, ουσ.

τζαβέτ(τ)α, εικόνα από το έντυπο

(εργαλ.) α) καρφί, γόμφος, συνών. γκιαβέτα, β) μπουλόνι, τύπος βίδας από ανοξείδωτο χάλυβα με μακρύ λαιμό, με πάσα και παξιμάδι, ιδιαίτερα χρήσιμη στην οπλουργία και τη ναυπηγική, γ) καβίλια.

Ετυμολογία

< τουρκ. yiv [= 1. αυλάκωση, 2. εγκοπή, 3. χωρίστρα, 4. βίδα, 5. αυλάκι, λούκι, 6. ράβδωση, 7. σπείρωμα], ή

ή < τουρκ. cıvata, ή

ή < βενετ. giaveta [= σφήνα, μπουλόνι].

Παράγωγα

τζαβετάρω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τζαβέτ(τ)α», σ. 827. https://navalhistory.gr/lexiko/τζαβεττα/