navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τζαβετάρω

τζαβετάρω

ρ. [μετβ.]

καρφώνω χρησιμοποιώντας τζαβέτες.

Ετυμολογία

< τζαβέτ(τ)α [δες λ.].

Παράγωγα

τζαβετάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τζαβετάρω», σ. 827. https://navalhistory.gr/lexiko/τζαβεταρω/