ταχυδρομικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ταχυδρομείο ή που σχετίζεται με αυτό, (φρ.) «ταχυδρομικός σάκος / φάκελος / κώδικας ή τομέας», «ταχυδρομική σφραγίδα / διεύθυνση / κάρτα / θυρίδα / επιταγή / άμαξα», «ταχυδρομικό γραφείο / κουτί / έμβασμα / ταμιευτήριο / ατμόπλοιο / πλοίο δηλ. το ποστάλι»,
- [το αρσ. ως ουσ.] ο ταχυδρομικός, ο υπάλληλος του ταχυδρομείου
- [το ουδ. πληθ. ως ουσ.] «ταχυδρομικά τέλη», το ποσό των χρημάτων που καταβάλλει κάποιος για εκείνον τον σκοπό που ζητά να εξυπηρετηθεί από την ταχυδρομική υπηρεσία.
Ετυμολογία
< ταχυδρομείο(ν) + -ικός.
Επιρρήματα
ταχυδρομικά και ταχυδρομικώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταχυδρομικός», σ. 822. https://navalhistory.gr/lexiko/ταχυδρομικοσ/