ταχυδρομείο
το, ουσ.

- δημόσια ή ιδιωτική υπηρεσία μεταφοράς αλληλογραφίας, δεμάτων, επιταγών, εντύπων κ.λπ.
- (συνεκδ.) το κτήριο στο οποίο στεγάζεται η παραπάνω υπηρεσία
- (πληροφ.) «ηλεκτρονικό ταχυδρομείο», ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ χρηστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, 3. (λογοτ.) «Το ταχυδρομείο», μυθιστόρημα του Charles Bukowski, εκδ. Οδυσσέας.
Ετυμολογία
< [για την 1η και 2η ερμ.] < ταχυδρόμος, [για την 3η ερμ.] < αγγλ. e-mail, σύντμηση των λ. electronic mail.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταχυδρομείο», σσ. 821-822. https://navalhistory.gr/lexiko/ταχυδρομειο/