navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τάφρος

τάφρος

ο/η, ουσ.

  1. τεχνητό βαθύ χαντάκι που περιβάλλει, συνήθως, κάποιο κάστρο, χρησιμεύει ως στρατιωτικό όρυγμα ή ως οδός ασφαλείας για εγκατάσταση αγωγών αποχέτευσης, υδροδότησης κ.λπ.
  2. θαλάσσιο ρήγμα που εκτείνεται σε βάθος μεγαλύτερο από 7.000 μέτρα.

Ετυμολογία

< αρχ. τάφρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τάφρος», σ. 821. https://navalhistory.gr/lexiko/ταφροσ/