τάφρος
ο/η, ουσ.
- τεχνητό βαθύ χαντάκι που περιβάλλει, συνήθως, κάποιο κάστρο, χρησιμεύει ως στρατιωτικό όρυγμα ή ως οδός ασφαλείας για εγκατάσταση αγωγών αποχέτευσης, υδροδότησης κ.λπ.
- θαλάσσιο ρήγμα που εκτείνεται σε βάθος μεγαλύτερο από 7.000 μέτρα.
Ετυμολογία
< αρχ. τάφρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τάφρος», σ. 821. https://navalhistory.gr/lexiko/ταφροσ/