navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › ταυτόχρονος

ταυτόχρονος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που συμβαίνει την ίδια στιγμή ή στο ίδιο χρονικό διάστημα με κάτι άλλο.

Ετυμολογία

< μτγν. ταὐτο- + [αρχ.] χρόνος.

Επιρρήματα

ταυτόχρονα, ταυτοχρόνως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταυτόχρονος», σ. 821. https://navalhistory.gr/lexiko/ταυτοχρονοσ/