navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύμβολο

σύμβολο

το, ουσ.

σύμβολο, εικόνα από το έντυπο
  1. οτιδήποτε που χρησιμεύει ως σήμα κατατεθέν εταιρείας, οργανισμού, επιχείρησης, σωματείου, συλλόγου κ.λπ. συνών. έμβλημα
  2. καθετί που χρησιμεύει για να εκφράζει κάτι αλληγορικά
  3. (φρ.) «σύμβολο πρωραίας έλικας», σύμβολο που υποδηλώνει ότι το πλοίο διαθέτει πρωραία έλικα χειρισμών, «σύμβολο Χ», είναι ο αύξων αριθμός του πιστοποιητικού δοκιμής πάνω στην άγκυρα και το «σύμβολο ΥΥΥ» τα γράμματα της Αρχής που εκδίδει το πιστοποιητικό, 5. (για προσ.) εμβληματική προσωπικότητα στην κοινωνική και πολιτική ζωή
  4. (θεολ.) «το Σύμβολο της Πίστεως», σύντομο κείμενο δώδεκα άρθρων των βασικών δογμάτων της χριστιανικής πίστης, αλλιώς: το Πιστεύω, (φρ.) κι άλλα Σύμβολα Πίστεως διατυπωμένα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους όπως: «Σύμβολο των Αποστόλων», «Σύμβολο Αλεξάνδρειας», «Σύμβολο του Αγίου Αθανασίου» [φωτό: Η Ράβδος του Ασκληπιού = σύμβολο της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας].

Ετυμολογία

< αρχ. σύμβολον [= 1. α) σημάδι ή τεκμήριο, β) σινιάλο, φρυκτωρία, σε Αισχύλ., 2. υποθήκη ή ενέχυρο, 3. ειδικό χρεωστικό σημείωμα δικαστών, σε Δημ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύμβολο», σ. 798. https://navalhistory.gr/lexiko/συμβολο/