σύμβολο
το, ουσ.

- οτιδήποτε που χρησιμεύει ως σήμα κατατεθέν εταιρείας, οργανισμού, επιχείρησης, σωματείου, συλλόγου κ.λπ. συνών. έμβλημα
- καθετί που χρησιμεύει για να εκφράζει κάτι αλληγορικά
- (φρ.) «σύμβολο πρωραίας έλικας», σύμβολο που υποδηλώνει ότι το πλοίο διαθέτει πρωραία έλικα χειρισμών, «σύμβολο Χ», είναι ο αύξων αριθμός του πιστοποιητικού δοκιμής πάνω στην άγκυρα και το «σύμβολο ΥΥΥ» τα γράμματα της Αρχής που εκδίδει το πιστοποιητικό, 5. (για προσ.) εμβληματική προσωπικότητα στην κοινωνική και πολιτική ζωή
- (θεολ.) «το Σύμβολο της Πίστεως», σύντομο κείμενο δώδεκα άρθρων των βασικών δογμάτων της χριστιανικής πίστης, αλλιώς: το Πιστεύω, (φρ.) κι άλλα Σύμβολα Πίστεως διατυπωμένα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους όπως: «Σύμβολο των Αποστόλων», «Σύμβολο Αλεξάνδρειας», «Σύμβολο του Αγίου Αθανασίου» [φωτό: Η Ράβδος του Ασκληπιού = σύμβολο της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας].
Ετυμολογία
< αρχ. σύμβολον [= 1. α) σημάδι ή τεκμήριο, β) σινιάλο, φρυκτωρία, σε Αισχύλ., 2. υποθήκη ή ενέχυρο, 3. ειδικό χρεωστικό σημείωμα δικαστών, σε Δημ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύμβολο», σ. 798. https://navalhistory.gr/lexiko/συμβολο/